Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Η Μύρτις αφηγείται τη ζωή της

Μύρτις: Γεννήθηκα τη μέρα των νεκρών 
από την Πένυ Τσακανίκου, αρχαιολόγο
πηγή: ιστοσελίδα Myrtis 


Γεννήθηκα στην Αθήνα την 13η ημέρα του μηνός Ανθεστηρίωνος (δηλ. τέλη Φλεβάρη - αρχές Μάρτη.), γύρω στα 440 π.Χ. Καθόλου τυχαία μέρα! Οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια την μεγάλη γιορτή προς τιμή του Διονύσου και του Χθόνιου Ερμή. Είδα για πρώτη φορά το φως της ζωής, την τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων: την ημέρα των νεκρών και των ετοιμοθάνατων. «Κακό σημάδι» σκέφτηκε η μαμή που με ξεγέννησε, μα κράτησε τη σκέψη αυτή για τον εαυτό της. Οι γονείς μου, για να ξορκίσουν τη γρουσουζιά, με ονόμασαν «Μύρτις»- λουλουδένιο όνομα για το ξεκίνημα μιας ολάνθιστης ζωής, χαρούμενης και ξέγνοιαστης σαν τους ακόλουθους του Βάκχου (1)

Ήμουν το πρώτο παιδί μιας οικογένειας που τα έφερνε βόλτα με άνεση. Ο πατέρας μου ο Κλεομένης, Αθηναίος πολίτης, ήταν μεταλλουργός και ιδιοκτήτης εργαστηρίου κοντά στις όχθες του Ιλισού. Γύρω στα τριάντα του παντρεύτηκε τη Διώνη, τη μητέρα μου, Αθηναία κόρη πού ήταν τότε μόλις δεκαπέντε ετών. Ο γάμος τους βασίστηκε στη συμφωνία μεταξύ γαμπρού και πεθερού, την «εγγυή» (2)  κι έτσι η μάνα μου από το σπίτι του πατέρα της βρέθηκε στο σπίτι του συζύγου, έτοιμη να αναλάβει τα καθήκοντα για τα οποία μια ζωή την προετοίμαζε η δική της μάνα, η γιαγιά Θάλεια.Η Διώνη ως τα είκοσί της χρόνια είχε αποκτήσει δύο παιδιά, εμένα και τον μικρότερο αδελφό μου τον Νίκανδρο. 

Ο ερχομός του μικρού έφερε μεγάλη χαρά στην οικογένεια -σίγουρα μεγαλύτερη από τη δική μου γέννηση!-,  γιατί έτσι θα διαιωνιζόταν το πατρικό όνομα και θα διασφαλιζόταν η περιουσία μας. Ακόμη θυμάμαι το κλαδί ελιάς που κρέμασε ο πατέρας στην εξώθυρα, σύμβολο της έλευσης του αρσενικού του τέκνου και το τρικούβερτο γλέντι που έγινε στο σπίτι, όταν ο μικρός έγινε πέντε ημερών.Μέχρι να γίνει επτά χρονών και να ξεκινήσει την εκπαίδευσή του, ο Νίκανδρος μεγάλωνε μαζί μας στον γυναικωνίτη, στα διαμερίσματα των γυναικών. Εκεί ήταν το κέντρο της καθημερινής ζωής του σπιτιού: η κουζίνα, οι χώροι αποθήκευσης των τροφίμων και των αγαθών, εκεί γνέθαμε το μαλλί στο αδράχτι για να γίνει νήμα, εκεί είχαμε τον αργαλειό και υφαίναμε. Εκεί «βασίλευε» η μάνα μου. Από πολύ νωρίς, με μάθαινε να κάνω όλες τις δουλειές, αφού η δεξιοτεχνία και η ικανότητα μου να κρατάω το νοικοκυριό  θα όριζαν τις αρετές μου και θα μου εξασφάλιζαν έναν καλό μελλοντικό γάμο. Και πραγματικά προσπαθούσα να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις των γονιών μου και να γίνω άξια αθηναία κόρη, αλλά η αλήθεια είναι ότι ζήλευα τον αδελφό μου.


Εκείνος πήγαινε σχολείο, είχε τον παιδαγωγό του, μάθαινε γραφή και ανάγνωση, αριθμητική και μουσική και αθλούνταν καθημερινά. Θα αποκτούσε μόρφωση και παιδεία και θα συμμετείχε επάξια στα κοινά, ως Αθηναίος πολίτης. Βέβαια κι εγώ έμαθα να γράφω και να διαβάζω, από τη μάνα μου δηλ. μου δίδαξε όσα της είχε μάθει η γιαγιά μου. Δεν κυκλοφορούσα συχνά στην πόλη και ποτέ χωρίς συνοδό. Μόνο στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές και στην τέλεση της λατρείας συμμετείχαν ελεύθερα οι γυναίκες.Το ξέρω ότι όφειλα να μένω στο σπίτι, να ακούω όσο το δυνατόν λιγότερα, να μιλώ όσο το δυνατόν λιγότερο και να μην μπλέκομαι στις συζητήσεις των ανδρών, όμως εγώ ήμουν από τη φύση μου ανήσυχη. 


Συχνά, τις βραδιές που οργάνωνε ο πατέρας συγκεντρώσεις φίλων του στο σπίτι, «τα συμπόσια», που γίνονταν στον ανδρώνα, στα ανδρικά διαμερίσματα του σπιτιού,  κρυφάκουγα τις συζητήσεις τους. Οι γυναίκες φυσικά δεν επιτρεπόταν να συμμετέχουν. Όμως με γοήτευαν οι κουβέντες τους για την πολιτική, πριν ξεκινήσουν τις οινοποσίες. Μιλούσαν συνεχώς για τον Περικλή, τον αθηναίο ηγέτη, τη δημοκρατία, το μεγάλο πρόγραμμα ανοικοδόμησης των Ιερών της Ακρόπολης και την πορεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας.


Ζούσαμε σε μια γειτονιά κάτω από την βόρεια κλιτύ (3) της Ακρόπολης και από το παράθυρο του γυναικωνίτη κάθε πρωί χάζευα τις εργασίες που συνεχίζονταν ακόμη στον Ιερό Βράχο, μετά τα μεγαλειώδη εγκαίνια του Παρθενώνα το 438π.Χ. Πλήθος κόσμου ανεβοκατέβαινε καθημερινά: μαρμαροτεχνίτες, λιθοξόοι, ζωγράφοι, γλύπτες, δούλοι και πολλοί πιστοί έτοιμοι να προσφέρουν τα αναθήματα τους στα ιερά. Ένα πολύβουο μελίσσι.


Η εικόνα αυτή ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που μου γεννούσαν οι αφηγήσεις του παππού Νίκανδρου, που είχε πολεμήσει στα Μηδικά (4), στον πόλεμο κατά των βαρβάρων. Είχε μάλιστα διακριθεί για την ανδρεία του στην ναυμαχία της Σαλαμίνας. Συχνά, τις νύχτες του καλοκαιριού τις περνούσαμε στην μεγάλη κεντρική αυλή, όπου μας διηγιόταν πώς ερήμωσε η Αθήνα λίγο πριν την τελική επίθεση των Περσών, πώς μεταφέρθηκαν τα γυναικόπαιδα την Σαλαμίνα για να σωθούν, και τί αντίκρισαν οι Αθηναίοι όταν επέστρεψαν στην λεηλατημένη τους πόλη: «Να!» μας έλεγε «βλέπετε τους σφονδύλους (5) στο τείχος της Ακρόπολης; Είναι κομμάτια από τα παλαιά Ιερά, για να μας θυμίζουν την νίκη του πολιτισμού και τη δύναμη της σύμπραξης (6) των Ελλήνων!».



Έχω μεγαλώσει αρκετά πια, είμαι γύρω στα δέκα.  Το κλίμα στην Αθήνα έχει αλλάξει. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη, ο πατέρας λείπει συνεχώς από το σπίτι. Περνά τον περισσότερο καιρό του στην Αγορά και την Εκκλησία του Δήμου και επιστρέφει πάντα σκεφτικός.  Ξεκινά ο πόλεμος. Ήταν το έτος 431π.Χ. «Τι πόλεμος;» ρωτάω τη μάνα μου, «επέστρεψαν οι βάρβαροι;». «Μην ρωτάς!» μου απάντησε. «διαφορετικός πόλεμος αυτή τη φορά, με τους Σπαρτιάτες». «Μα Έλληνες δεν είναι και αυτοί;» αναρωτήθηκα. «Κι αυτά που μας έλεγε ο παππούς Νίκανδρος, για την δύναμη της σύμπραξης των Ελλήνων κατά του κοινού εχθρού;». «Ποιος είναι τώρα ο κοινός εχθρός και ποιοί είναι οι βάρβαροι;»Ο πόλεμος μαινόταν για τα καλά. H Αθήνα γέμισε κόσμο από τις περιοίκους πόλεις της Αττικής, για να προστατευθούν εντός των τειχών από τις επιθέσεις των Σπαρτιατών. Απέμειναν τα γυναικόπαιδα. Οι άνδρες πολεμούσαν. Για πρώτη φορά, είδα γυναίκες να κυκλοφορούν χωρίς συνοδεία και να δουλεύουν σκληρά σαν άνδρες. 



Ο πρώτος χρόνος εχθροπραξιών έφερε πολλές απώλειες. Ανάμεσα στους πρώτους νεκρούς και ο αδερφός του πατέρα μου. Στο κοινό σήμα (7) των πεσόντων στον Κεραμικό, ακούσαμε με συγκίνηση τον Περικλή στον επιτάφιο λόγο του (8), να εξυμνεί την ανδρεία και το μεγαλείο των Αθηναίων, να επικαλείται τις αξίες της δημοκρατίας, να δίνει κουράγιο στους συγγενείς των νεκρών.

«Πάλι δεν καταλαβαίνω: προς τί τόσος πόνος;»

Είμαστε στο 430 π.Χ. Συνωστισμός στην πόλη. Ξεσπά αρρώστια. Αρρωσταίνουν άνθρωποι και ζώα. Πεθαίνουν γρήγορα, μέσα σε μερικές μέρες. Οι υγιείς φοβούνται να πλησιάσουν τους νοσούντες (9). Πεθαίνουν αβοήθητοι και θάβονται πρόχειρα, χωρίς κτερίσματα (10) και τιμές. Οι γειτονιές αδειάζουν. Καθημερινοί θρήνοι. Απόγνωση. Δυο δούλοι μας αρρώστησαν χθες. Στην αρχή ένιωθαν εξάψεις και ισχυρούς πονοκεφάλους. Μετά πρήστηκε ο λαιμός. Έπειτα πόνος ισχυρός στο στήθος και βήχας δριμύς (11). Η μάνα δεν με άφηνε να πλησιάσω. 


«Φυλάξου», μου έλεγε, «φυλάξου».

«Ίσως να ήρθε και η δικιά μου η σειρά… Δεν φοβάμαι… Εξάλλου γεννήθηκα τη μέρα των νεκρών…»


1. Βάκχος ή Διόνυσος = ο  θεός της βλάστησης, του αμπελιού και του κρασιού. Γιος του Δία και της Σεμέλης. Θεωρείται προστάτης της κωμωδίας και της τραγωδίας.  
2. η εγγύη (εγγύηση) =  η συμφωνία μεταξύ πατέρα ή κηδεμόνα της γυναίκας και του μελλοντικού της συζύγου. Συνάπτονταν με αμοιβαία υπόσχεση πως η συγκεκριμένη γυναίκα θα παραδοθεί από τον πρώτο και αντίστοιχα θα τιμηθεί ως σύζυγος από το δεύτερο.
3. η κλιτύς = η κατωφέρεια, η βουνοπλαγιά. Το σπίτι της έβλεπε τη βόρεια πλευρά του ιερού βράχου της Ακρόπολης.
4. Τα Μηδικά = οι Περσικοί πόλεμοι
5. σφόνδυλοι = συναρμολογούμενα τμήματα των κιόνων. Οι σφόνδυλοι προσαρμόζονταν ο ένας επάνω στον άλλο για να δημιουργήσουν τον κίονα
6. σύμπραξη = κοινή δράση, συμμαχία, συνασπισμός
7. σήμα = ταφικό μνημείο, στήλη πάνω σε τάφο. Εδώ γίνεται αναφορά σε κοινοτάφιο (κοινός τάφος) πολεμιστών.
8. Ο Επιτάφιος του Περικλή = ο λόγος που εκφώνησε ο Περικλής το 430 π.Χ. για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου.
9. οι νοσούντες = οι άρρωστοι
10.  τα κτερίσματα = κατά την αρχαιότητα, τα αντικείμενα τα οποία τοποθετούσαν στον τάφο μαζί με το νεκρό, αντικείμενα αξίας, καθημερινής χρήσης ή αγαπητά σ΄αυτόν κατά τη διάρκεια της ζωής του.
11.  δριμύς = δυνατός, έντονος

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Μύρτις

«Περί το 430 π.Χ. λοιμός ενέσκηψε αιφνιδίως εις την πόλιν των Αθηνών …και νεκροί έκειντο εν ταις οδοίς …έθαπτον δε ως έκαστος εδύνατο» (Θουκυδίδης, Ιστορία) 150 άνδρες, γυναίκες και παιδιά θάβονται βιαστικά σε ένα κοινό τάφο στον Κεραμεικό. 
 Το 1994-95, στη διάρκεια των έργων για την κατασκευή του σταθμού του Κεραμεικού του ΜΕΤΡΟ της Αθήνας ανασκάπτεται ο κοινός τάφος με τα θύματα του λοιμού, ανάμεσά τους και ένα εντεκάχρονο κορίτσι, η Μύρτις. Σήμερα, η Μύρτις έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους πολίτες του 21ου αιώνα… 

 Το 1994-1995, στη διάρκεια των εργασιών της εταιρείας Αττικό ΜΕΤΡΟ για την κατασκευή του νέου υπόγειου σιδηροδρόμου της Αθήνας, βρέθηκε στην περιοχή του Κεραμεικού ο χώρος όπου ήταν γνωστό πως υπήρχε το νεκροταφείο της αρχαίας Αθήνας. 

Η αρχαιολογική ανασκαφή έφερε στο φως έναν ομαδικό τάφο με σκελετικό υλικό από την ταφή περίπου 150 ανθρώπων, ενηλίκων και παιδιών, χρονολογήθηκε δε με την αξιολόγηση των αρχαιολογικών ευρημάτων στην εποχή του Λοιμού των Αθηνών, δηλαδή μεταξύ του 430 και του 426 π.Χ. Έτσι ξεκίνησε η μελέτη του σκελετικού υλικού με σύγχρονες εργαστηριακές μεθόδους DNA, προκειμένου να προσδιοριστεί ο αιτιολογικός παράγοντας της φονικής ασθένειας. 
Για τη διερεύνηση του υπεύθυνου παθογόνου η ιατρική-οδοντιατρική ομάδα χρησιμοποίησε τον πολφό τριών άθικτων δοντιών από τρία τυχαία επιλεγμένα κρανία, όπου ανιχνεύτηκαν ίχνη του μικροβιακού παράγοντα. Οι επιστήμονες εντόπισαν το βακτήριο Salmonella enterica serovar Typhi. 

 Ανάμεσα στα οστά του ομαδικού τάφου υπήρχε το κρανίο ενός κοριτσιού 11 περίπου χρόνων, στο οποίο δόθηκε το όνομα Μύρτις. Το διατηρούσε ένα σημαντικό χαρακτηριστικό παιδιού αυτής της ηλικίας, δηλαδή μέρος της νεογιλής οδοντοφυΐας συγχρόνως με τη μόνιμη. 

Η άριστη κατάσταση του κρανίου της Μύρτιδος γέννησε την ιδέα της ανάπλασης ενός παιδικού κεφαλιού της εποχής του Περικλή και της παρουσίασής του σε σχετική έκθεση. Γι’ αυτό το σκοπό κατασκευάστηκε ένα ακριβές αντίγραφο του κρανίου με τις πλέον σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και εστάλη σε ειδικό εργαστήριο στη Σουηδία, απ’ όπου επέστρεψε με τη μορφή που βλέπουμε σήμερα. 

 Ύστερα από 2500 χρόνια η Μύρτις ζωντανεύει ξανά…πηγή: Μύρτις / Σύντομο ιστορικό

Πώς έγινε η ανάπλαση του προσώπου της Μύρτιδος; Δείτε και ακούστε πρώτα τον επίκουρο καθηγητή ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Παπαγρηγοράκη  και στη συνέχεια τον καθηγητή εφαρμογών του τμήματος φυσικών πόρων και γεωπεριβάλλοντος του ΤΕΙ Κρήτης, κ. Μαραβελάκη.




Αν ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για τη ζωή της Μύρτιδος και την εποχή της, επισκεφθείτε την πολύ ωραία  ιστοσελίδα με  όνομα  Myrtis και επιλέξτε από τον κατάλογο δεξιά το θέμα που σας ενδιαφέρει. 

·        Μύρτις – ένα θύμα της αποκλίσεως από τις υπαγορεύσεις του ελληνικού λόγου

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ο καλλωπισμός των γυναικών

ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ


Τις γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, και ιδιαίτερα τις Αθηναίες, τις ενδιέφερε πάρα πολύ η προσωπική υγιεινή και ο καλλωπισμός όπως και τους υπόλοιπους ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων. Πολλά  καλλυντικά προσώπου τα πήραν οι Ελληνίδες από ανατολικούς λαούς.
Στα  καλλυντικά της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε μια ευρεία ποικιλία πουδρών αλλά και ελαίων που ορισμένες φορές ήταν ανακατεμένα με χρωστικές ουσίες είτε φυτικής είτε ορυκτής προέλευσης. Με τις χρωστικές αυτές ουσίες υπήρχαν πολλά διαφορετικά χρώματα όπως άσπρο, κόκκινο και μαύρο. Επιπλέον υπήρχε το ψυμίθιο, δηλαδή ανθρακικός μόλυβδος, συνήθως λευκού χρώματος ενώ κόκκινου, όταν φτιαχνόταν από φύκια, ή αλλιώς μίλτος, δηλαδή κόκκινο ορυκτό χρώμα.
Τα φρύδια τα μαύριζαν με τριμμένο αντιμόνιο ή αλλιώς με καπνά και σκίαζαν τα βλέφαρα ελαφρά με φούμο (κάρβουνο).
Αρχικά τις βλεφαρίδες τις έβαφαν με μαύρο χρώμα, ενώ στη συνέχεια με ένα μείγμα  από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι (άσβολον).
Πυξίδα
Στα μάγουλα και στα χείλη έβαζαν σκόνη χένας, ρεάλγιο, ώχρα, χυμούς από μούρα και άκανθα. Μερικά από αυτά  ήταν ανακατεμένα με κρέμες και έλαια. Επιπρόσθετα, για να βάψουν το πρόσωπο και τα χείλια χρησιμοποιούσαν μολύβια ή τη ρίζα του φυτού αλκέα (μολόχα).
Αρκετές, για την εποχή γυναίκες, διέθεταν όλα τα απαραίτητα για τον καλλωπισμό εργαλεία παραδείγματος χάριν: τριχολαβίδες, μπουκαλάκια αρωμάτων και ουσιών, καρφίτσες , συνήθως ξύλινα ή πήλινα δοχεία ονομαζόμενα «πυξίδες», που περιέχουν φυσικές  κρέμες και αλοιφές. Διέθεταν επίσης κρέμες με τις οποίες άσπριζαν τα μάγουλα, ψιμύθια και έφτιαχναν μια σπάνια αλοιφή από κιννάβαρι. Μάλιστα κάποιες γυναίκες κατασκεύαζαν διάφορα καλλυντικά μόνες τους ή με τη βοήθεια των φιλενάδων τους ενώ υπήρχαν και φορές που ορισμένοι ειδικοί έρχονταν στα σπίτια τους. τα αγόραζαν από φαρμακέμπορους.
Όλα αυτά τα καλλυντικά τα μάλασσαν και τα άπλωναν με σπάτουλες, κουτάλια και διάφορα ραβδάκια από ξύλο, κόκκαλο και ελεφαντόδοντο.
Πιο συγκεκριμένα  οι Αθηναίες του 5ου αιώνα λεύκαιναν το πρόσωπό τους με ένα στρώμα κερουσίτη (ψιμύθιον) και χρησιμοποιούσαν ένα είδος ρουζ που ονομαζόταν μίλτον και στην ουσία ήταν ένα μίνιο προσώπου. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν το φύκον, που φτιαχνόταν από φύκια, την έγχουσα, που ήταν η ρίζα του ομώνυμου φυτού και τέλος το παιδέρως, που ήταν ρίζα ενός αγκαθιού. Ακόμα είχαν κρέμες για τις πανάδες και τις ρυτίδες, μαστιχόλαδο για τον ιδρώτα, καρυδόλαδο και φοινικόλαδο για το στήθος, θυμαρόλαδο για το λαιμό και για τα γόνατα και μυραλοιφές από λουλούδια, φυτά και λάδι. Τις αλοιφές και τις κρέμες αυτές τις πασάλειβαν με ειδικά βουρτσάκια ονόματι χριστήρες ή με τα δάχτυλα.

ΜΑΛΛΙΑ
Το συνηθισμένο χτένισμα των Ελληνίδων ήταν τα μακριά και πυκνά μαλλιά Για να είναι λοιπόν εύκαμπτα και σκουρόχρωμα τα μαλλιά τους έβα­ζαν λάδι από μπουμπούκια δάφνης και κέδρου. Φρόντιζαν από μόνες τους να τα πλένουν, να τα λαδώνουν και να τα χτενίζουν πολλές φορές με τη βοήθεια δούλων ή φιλενάδων τους. 
Χαρακτηριστικό των εταίρων θεωρείται το βάψιμο των μαλλιών. Τα έπλεκαν σχεδιάζοντας βοστρύχους και πλεξούδες, και ύστερα τα έπιαναν με καρφίδες (τσιμπιδάκια) και ταινίες. Οι ελεύθερες γυναίκες δεν συνήθιζαν να έχουν κοντό μαλλί γιατί αυτό ήταν ένδειξη πένθους ή αναγνώρισης γηρατειών. Τα μαλλιά των δούλων ήταν πάντα κομμμένα κοντά. Αργότερα άρχιζαν να τα χτενίζουν με ελαφρούς κυματισμούς ή να τα μάζευουν σε κότσο και τα στερέωναν με δίχτυα και κορδέλες . Η δημιουργικότητα τους ,τους ενέπνευσε στο να στολίζουν τα μαλλιά τους με όμορφα, φρέσκα λουλούδια  ή χρυσά λεπτά στέμματα. . Τις κομμώσεις τις επιμελούνταν σκλάβες. Ακόμα και όσες είχαν ίσια μαλλιά, τα κατσάρωναν με μια στρογγυλή σιδερένια ή χάλκινη ράβδο που ονομαζόταν καλαμιστήρας. Γνωστή επίσης ήταν και η χρήση της χτένας η οποία  κατασκευαζόταν από μόλυβδο.
Οι Αθηναίες έβαφαν τα μαλλιά τους ξανθά καθώς ήταν το αγαπημένο τους χρώμα, γι’αυτό άλλωστε συναντάμε και το επάγγελμα της τριχοβάπτριας. Ένα ακόμα διαδεδομένο χρώμα ήταν και το κόκκινο. Για να κατασκευάσουν τις βαφές των μαλλιών  χρησιμοποιούσαν εκχυλίσματα  φυσικών και ορυκτών αλοιφών που ήταν όμως και επικίνδυνες συνταγές επειδή είχαν βάση τον ανθρακικό μόλυβδο ( στουπέτσι) και τον θειούχο υδράργυρο (κιννάβαρι). Η πιο γνωστή και αγαπημένη ήταν η βαφή με χέννα πασπαλισμένη με χρυσό.
πηγή: Ιστοριομνήμονες 

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Διατροφή αρχαίων

Διαβάστε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Μ. Μότσια με τίτλο: Τι έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες; 

Στα γεύματα και στα δείπνα τα τραπέζια ήταν γεμάτα με ψωμί, με κρέατα και χορταρικά, κι ακόμη με ελιές, πίτες, γλυκίσματα και φρούτα. Φυσικά και με άφθονο κρασί. Από τα όσπρια, γνωστά στους αρχαίους ήταν τα φασόλια, οι φακές, τα ρεβίθια (που τα προτιμούσανε ψημένα), τα μπιζέλια και τα κουκιά, που τα ‘τρωγαν, συνήθως, σε πουρέ (έτνος). Για το έτνος, δηλαδή τη σημερινή φάβα, ξετρελαινόταν ο Ηρακλής, και ο Αριστοφάνης δεν χάνει την ευκαιρία να τον σατιρίσει:

Ήρθες, αγαπητέ Ηρακλή; Πέρασε μέσα.
Η Περσεφόνη μόλις έμαθε ότι έφτασες,
Ο Πλούτων δειπνεί με τη συντροφιά της Περσεφόνης
αμέσως βάλθηκε να ζυμώνει καρβέλια,
έβαλε δυο τρεις χύτρες στη φωτιά
με όσπρια τριμμένα και φάβα, και στη θράκα
ένα ολάκερο βόδι • ψήνει ακόμη
γλυκά και πίτες. Μα πέρασε μέσα.
(«Βάτραχοι» 503-507)
[...] Από τα απαραίτητα, στο τραπέζι, ήταν και το λάδι. Κάτι που, όπως σημειώσαμε, ήταν απαραίτητο και στις παλαίστρες, για ν’ αλείφουν οι αθλητές τα κορμιά τους. [...]
Φημισμένα ήταν τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας. Οι αρχαίοι συνήθιζαν να βγάζουν λάδι από άγουρες ελιές, που το προτιμούσανε στις σαλάτες τους. Επίσης   από τα αμύγδαλα και τα καρύδια έβγαζαν ένα είδος λαδιού, καλό για τα γλυκίσματα τους. 

Από τα απαραίτητα επίσης στο καθημερινό τραπέζι ήταν το γάλα και το τυρί, που όμως ήταν στις πόλεις από τα σπάνια αγαθά. Μάλιστα οι διαιτολόγοι συνιστούσαν, για τους αθλητές, το μαλακό τυρί. Πολλές φορές, για να πήξει καλά το τυρί, έβαζαν μέσα στο γάλα, που ‘βραζε, ένα κωναροειδές φυτό, κνήκον ή οκνήκος. 

Φυσικά, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια ήταν στο καθημερινό μενού. Ορισμένοι όμως έβρισκαν αυτό το είδος της διατροφής χωριάτικο (όπως και σήμερα). 

Από τα εκλεκτότερα εδέσματα ήταν οι κοχλιοί, τα σαλιγκάρια, που τα ‘τρωγαν οι Κρητικοί από την εποχή του Μίνωα.
Τα μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και τους λαγούς, αφού τα ψήνανε, τα διατηρούσανε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι. Μάλιστα, τα παραγεμίζανε με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται και σήμερα στα χωριά της Μάνης. 

Για τη φτωχολογιά οι σούπες ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό. Έτρωγαν βέβαια και ψαρόσουπες, που η πλούσια όμως τάξη τις απέφευγε! Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Ηρακλή (οι αρχαίοι είχαν να λένε για τη λαιμαργία του) ήταν από μπιζέλια. Στα χορταρικά έριχναν μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι.
Ας ακούσουμε όμως μερικά «διαφημιστικά εδέσματα» του Αριστοφάνη:
ΛΑΜΑΧΟΣ: Φέρε μου παστό μες σ’ ένα φύλλο.
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πιάσε μου φύλλα• εκεί ψήνω τα ψάρια.
(«Αχαρνής», 1198-1199)
Γυναίκα, βράσε μπόλικα φασόλια, ρίξε και στάρι,
φέρε μας λίγα σύκα (…)
Ας φέρει κάποιος απ’ το σπιτικό μου
την τσίχλα και δυο σπίνους• είχε κι ανθόγαλο
και τέσσερα κομμάτια λαγού.
(«Ειρήνη», 1144-1145, 1149-1150)
Κι αλλού στο ίδιο έργο:
Η κότα ψήθηκε
το παστέλι του σουσαμιού ζυμώθηκε
Τις τσαπέλες με τα σύκα
και τις θρούμπες τις ελιές.
Τα κρέατα ήταν πανάκριβα, παρά τις πολλές θυσίες που γίνονταν για τους θεούς. Φθηνότερο, συγκριτικά, ήταν το χοιρινό, που για τους φτωχούς όμως ήταν κι αυτόαπλησίαστο. Στην ύπαιθρο βέβαια έτρωγαν συχνότερα κρέας, αφού μπορούσαν να θρέψουν στις αυλές τους και τους κήπους πουλερικά, γουρουνόπουλα, κατσίκια κι αρνιά. Απέφευγαν να τρώνε χοιρινά μυαλά, γιατί τους το απαγόρευαν οι φιλόσοφοι (Αθήναιος, Β 72) [...]
Οι Αθηναίοι, πλούσιοι και φτωχοί, είχαν μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά και στα όστρακα. Μεγάλη  ζήτηση είχαν στην αθηναϊκή αγορά παστά ψάρια από τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο και φυσικά κάθε τι που ‘φτανε από την κοντινή λίμνη της Κωπαΐδας. Μια σκηνή στους «Αχαρνής», όπου ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τον Δικαιόπολι ν’ αγοράζει ψάρια από Βοιωτό ψαρά, είναι αρκετά εύγλωττη:
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛ1Σ: Μμ! αν φέρνεις τέτοια νοστιμάδα,
Ερυθρόμορφο πιάτο με παράσταση ψαριών350 - 325 π.Χ. περίπου.

την πιο γλυκιά που υπάρχει, δός μου
τα χέλια να καλωσορίσω αμέσως.
ΘΗΒΑΙΟΣ: Νιράιδα ζηλεμέν’ της Κουπαΐδας
βγε και καλοχιραίτισι τουν ξένον.
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ω! Πολυπόθητε και πολυαγαπημένε
λαχταριστέ μεζέ της κωμωδίας,
μας ήρθες πια, μεράκι των φαγάδων.
Το φυσερό, τη σκάρα φέρτε, δούλοι.
Και τα χέλια, όμως, ήταν πανάκριβα, αφού, γύρω στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα, στοίχιζαν τρεις δραχμές το ένα, όσο κόστιζε κι ένα μικρό γουρουνόπουλο, ποσό μεγάλο για την εποχή. Για το λαό, όμως, οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο -ψωμί. Κάθε αύξηση της φαληρικής σαρδέλας έβαζε σ’ ανησυχία το φτωχόκοσμο.
«Και συμβούλεψα να υποσχεθούμε στην Αρτέμιδα την Αγρότιδα χίλια κατσίκια, αν οι σαρδέλες έκαναν, την επομένη, εκατό στον οβολό», λέει («Ιππής») ο αλλαντοπώλης Αγοράκριτος, εκφράζοντας έτσι και την αγωνία του λαού για την ακρίβεια.
Οι αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν συχνότερα ψάρι από κρέας, παρά την αποστροφή του Ομήρου. Ο Φλασελιέρ σημειώνει ότι η λέξη όψον αρχικά σήμαινε ό,τι τρώμε μαζί με το ψωμί, αλλά σιγά σιγά πήρε μια άλλη σημασία και κατέληξε να σημαίνει ψάρι. Το πιο διαδεδομένο πρωινό ρόφημα, αφού βέβαια αγνοούσαν τον καφέ, ήταν ο κυκεώνας, που προαναφέραμε, το γάλα, κυρίως το κατσικίσιο, κι ένα ανακάτεμα από χλιαρό νερό και μέλι, που προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση.
Στις κωμωδίες του Αριστοφάνη αναφέρονται εδέσματα που μας ξενίζουν. Στους «Ιππής» μιλάει για «ξίγκι βοδινό ψημένο μέσα σε συκόφυλλα». Αναφέρει επίσης τον «κάνδυλο», ένα ανακάτεμα από μέλι, γάλα, τυρί και λάδι, τον «μυττωτό», ένα είδος σκορδαλιάς με πράσα, σκόρδα, τυρί και μέλι. [...]
Μια σπέσιαλ συνταγή σάλτσας, με την οποία γαρνίρανε τα φαγητά μας δίνει ο Αθήναιος:
Χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξύδι,
χύσε ακόμη λάδι, τρίψε τυρί
ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές.
Τα «θυλήματα» που αναφέρονται απ’ τον Αριστοφάνη στην «Ειρήνη», ήταν χοντροαλεσμένο αλεύρι από στάρι ή κριθάρι, βρεγμένο με κρασί και λάδι. Μ’ αυτό ραντίζανε το σφαχτάρι ενώ ψηνόταν. Ο κάθε χυλός ήταν από τα προσφιλή φαγητά για το φτωχόκοσμο. Που διαφημίζονταν κατάλληλα, ακόμη και από ένα στωικό φιλόσοφο, όπως ο Χρύσιππος, στην «Περί καλού» πραγματεία του (Αθήναιος, Δ 47):
Χυλός από βολβούς – φακές
είναι σαν αμβροσία
στης παγωνιάς το κρύο.
Στις θυσίες ετοίμαζαν κι ένα είδος πλακούντος, κάτι δηλαδή σαν πίτα, που το ‘λεγαν «πελανό». Ήταν ένα παχύρρευστο κράμα από αλεύρι, μέλι και λάδι. Άλλα εδέσματα: «Έκχυτος», [...] ένα μείγμα από αλεύρι και ψημένο τυρί, που το ‘ριχναν σε ειδικά καλούπια και τα γέμιζαν με κρασί μελωμένο.
[...] «Κάνδαυλος», ένα είδος φαγητού της Μικράς Ασίας, κυρίως στη περιοχή της Αυδίας, με ό,τι ερεθιστικό καρύκευμα κυκλοφορούσε. 
«Μυττωτός», πίτα με τυρί, ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα.
Βέβαια, οι πιο περίφημες πίτες ήταν της Αθήνας, καύχημα της πόλης, και γίνονταν με μέλι, τυρί και λάδι, αλλά έβαζαν μέσα και διάφορα καρυκεύματα. Οι Αθηναίοι απέφευγαν ν’ αρχίσουν το γεύμα τους ή το δείπνο με σούπα.
Σχετικά με την ετοιμασία ενός δείπνου, να τι μας άφησε ο Φερεπράτης (Αθηναίος ηθοποιός και ποιητής, του 4ου π.Χ. αιώνα), στο «Δουλοδιδάσκαλο»:
Σκηνή από συμπόσιο: οι συνδαιτημόνες παίζουν κότταβο ενώ μία κοπέλα παίζει αυλό
Πώς ετοιμάζεται το δείπνο; πέστε μας;
Λοιπόν σας λέω, έχετε ένα κομμάτι χέλι,
καλαμαράκια και αρνί, ολίγο λουκάνικο
βραστά πόδια και συκώτι, παϊδάκια
και πουλιά, κοτόπουλα και τυρί που ‘ναι
μέσα στο μέλι, κι από κρέατα ένα μέρος.
(Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Γ 49)
Ένα καλό τραπέζωμα μας παρουσιάζει και ο Αριστοφάνης («Εκκλησιάζουσαι» 838-845).
Τα τραπέζια είναι έτοιμα και γεμάτα με όλα
τ’ αγαθά και τα κρεβάτια στρωμένα
με χαλιά και προβιές. Μες στις κανάτες
ανακατεύουν το κρασί, οι μυροπώλισσες
περιμένουν στην αράδα • τα ψάρια κομμένα
φέτες ψήνονται, οι λαγοί στις σούβλες,
ξεφουρνίζουν τις πίτες, πλέκονται στεφάνια,
καβουρντίζουν ξερούς καρπούς κι οι πιο νέες
βράζουν στις χύτρες τη φάβα.
Το σπαρτιατικό μενού δεν συγκινούσε βέβαια τους άλλους Έλληνες. Ακόμη και τις γιορτινές μέρες δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο. Έφτανε ένα βραστό χοιρινό, λίγο κρασί και καμιά πίτα γλυκιά για να ενθουσιάσει τουςΣπαρτιάτες, που το καθημερινό τους ήταν μια κούπα από «μέλανα ζωμό» κι ένα κομμάτι από ψωμί. Αλλά ελάχιστοι μπορούσαν ν’ αντέξουν στη σπαρτιατική λιτότητα.
«Το πρώτο πιάτο», λέει ο γιος του Αριστοφάνη Νικόστρατος (ποιητής κι αυτός), «από τα μεγάλα, θα προηγηθεί με σκαντζόχοιρο (εχίνον) λακέρδα ως και κάππαριν, μια θρυμματίδα, φέτα, παστό ψάρι ως κι ένα βολβό μέσα σε μια σάλτσα πολύ πικάντικη» (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί Δ 10).